Ιατρεία Ψυχοθεραπείας - Συμβουλευτικής και Ομαδικής Ανάλυσης

 
 

Παθήσεις

 

Διπολική Διαταραχή

 
Διπολική Διαταραχή (Φωνητικό)
 
 
Διπολική Διαταραχή (Φωνητικό)
 
 
 
Ο ψυχίατρος Δημητρης Οικονομου μιλάει στη συγγραφέα Ιωάννα Λάκα

Ο γνωστός ψυχίατρος Δημήτρης Οικονόμου σε μία εξαιρετική συνέντευξη παρέα με την συγγραφέα Ιωάννα Λάκα.
Για να ακούσετε τη συνέντευξη κάντε κλικ εδώ
 
 
 
 
 
 
Διπολική διαταραχή (άρθρο)
 
Συννοσηρότητα κατάθλιψης και άγχους και κίνδυνος ανάπτυξης σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2
 
 
Συννοσηρότητα κατάθλιψης και άγχους και κίνδυνος ανάπτυξης σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2
 
 
 
Συνολικά, τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης υποδηλώνουν ότι τα άτομα με κατάθλιψη και συνυπάρχον άγχος μπορεί να αποτελούν μια υποομάδα της κατάθλιψης με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2). Με την εύρεση περαιτέρω εμπειρικών υποστηρικτικών δεδομένων, η ομάδα αυτή θα μπορούσε να λαμβάνεται υπόψη σε προληπτικές παρεμβάσεις.
 
 
 
 
Η αντιμετώπιση της κατάθλιψης σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη έχει φανεί ότι αποτελεί αποτελεσματική στρατηγική για τη μείωση συμπτωμάτων κατάθλιψης και σακχαρώδη διαβήτη. Σύμφωνα με παλιότερες μελέτες, η κατάθλιψη αποτελεί παράγοντα κινδύνου για ΣΔΤ2.

Ωστόσο, υπάρχει μεγάλη ετερογένεια ως προς τις αναφερόμενες εκτιμήσεις. Η ανάδειξη ομοιογενών υποομάδων κατάθλιψης που σχετίζονται ισχυρά με τον ΣΔΤ2 ενδέχεται να είναι χρήσιμη.

Στη μελέτη αυτή, οι Deschênes SS και συν. εξέτασαν τις συσχετίσεις μεταξύ συννοσηρότητας κατάθλιψης και άγχους, και του κινδύνου για ΣΔΤ2 σε μια μεγάλη προοπτική μελέτη κοόρτης ενηλίκων Ολλανδών. Συμπεριλήφθηκαν 78.025 συμμετέχοντες της μελέτης κοόρτης Lifelines (ηλικιακό εύρος = 30-75 έτη), οι οποίοι δεν έπασχαν από σακχαρώδη διαβήτη κατά την έναρξή της. Κατά την έναρξη της μελέτης αυτής εκτιμήθηκαν τα καταθλιπτικά και τα αγχώδη συμπτώματα με τη χρήση της Συντετµηµένης Διεθνούς Νευροψυχιατρικής Συνέντευξης (Mini-International Neuropsychiatric Interview).

Η εμφάνιση ΣΔΤ2 αξιολογήθηκε με αυτοαναφορά ή με μέτρηση των επιπέδων αιμοσφαιρίνης Α1c κατά την παρακολούθηση διάρκειας 3,8 ετών. Έγινε σύγκριση του κινδύνου για ΣΔΤ2 μεταξύ τεσσάρων ομάδων (απουσία καταθλιπτικών ή αγχωδών συμπτώματων, μόνο καταθλιπτικά συμπτώματα, μόνο αγχώδη συμπτώματα, συνύπαρξη καταθλιπτικών/αγχωδών συμπτωμάτων) με τη χρήση αναλύσεων σταθμισμένων για κοινωνικοδημογραφικά και καρδιομεταβολικά χαρακτηριστικά, καθώς και χαρακτηριστικά τρόπου ζωής.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των ερευνητών, σακχαρώδη διαβήτη εμφάνισαν 1.096 συμμετέχοντες. Συγκριτικά με τα άτομα χωρίς συμπτώματα κατάθλιψης ή άγχους (n = 74.467), οι ασθενείς με συνυπάρχοντα καταθλιπτικά και αγχώδη συμπτώματα (n = 743) είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης ΣΔΤ2 (n = 28, OR = 2,12, 95% CI = 1,22-3,68). Η ύπαρξη μόνο καταθλιπτικών συμπτωμάτων (n = 650) και μόνο αγχωδών συμπτωμάτων (n = 2.165) δεν συσχετίστηκε ισχυρά με τον ΣΔΤ2 (σακχαρώδη διαβήτη εμφάνισαν n = 23 και n = 24, αντίστοιχα). Τα άτομα με συνυπάρχοντα συμπτώματα είχαν επίσης μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν ΣΔΤ2 συγκριτικά με τα άτομα που εμφάνιζαν μόνο καταθλιπτικά συμπτώματα (OR = 2,86, 95% CI = 1,25-6,54).

Συμπερασματικά, τα ευρήματα των συγγραφέων υποστηρίζουν την ιδέα ότι ένας υπότυπος κατάθλιψης με συνύπαρξη άγχους μπορεί να συσχετίζεται με μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης ΣΔΤ2 ανεξάρτητα από τους παραδοσιακούς κινδύνους εμφάνισης ΣΔΤ2. Οι προσπάθειες πρόληψης του ΣΔΤ2 που αφορούν την ψυχική υγεία θα μπορούσαν πιθανώς να ωφεληθούν εάν εκτός από την κατάθλιψη ληφθούν υπόψη και τα αγχώδη συμπτώματα.

Δημήτρης Οικονόμου Ψυχίατρος-Ψυχοθεραπευτής
Πηγή: pfizer.gr
website: http://www.psychiatros-neasmyrni.gr/
Η αρθρογραφία του γιατρού στο mediteam: https://mediteam.gr/category/οικονομου/


Κωνσταντινόπουλος Παναγιώτης ειδικός παθολόγος www.konstantinopoulos.gr
 
 
 
Αγοραφοβία
 
Πως το άγχος επηρεάζει το σώμα μας
 
Κατάθλιψη και τροφές
 
Ψυχοσωματικές Διαταραχές
 

 

Κάπνισμα & Κατάθλιψη

 
 
Κάπνισμα & Κατάθλιψη
 
 
 
Συσχέτιση μεταξύ κατάθλιψης και καπνίσματος: παγκόσμια διάσταση από 48 χώρες χαμηλού και μετρίου εισοδήματος
Οι Stubbs B και συν. ανέδειξαν μια σταθερή συσχέτιση μεταξύ του φάσματος της κατάθλιψης και του καπνίσματος σε 48 χώρες. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι συγγραφείς βρήκαν ότι οι άντρες, τα άτομα χαμηλού εισοδήματος/χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και οι χρήστες αλκοόλ είχαν υψηλά επίπεδα συννοσηρότητας.
 
 
 
 
Δεδομένου ότι οι περισσότεροι από τους καπνιστές παγκοσμίως κατοικούν σε χώρες χαμηλού και μέσου εισοδήματος (low- and middle-income countries – LMIC), καθίσταται σαφές ότι απαιτούνται μελλοντικές παρεμβάσεις για την πρόληψη της πρώιμης θνησιμότητας σε καταθλιπτικούς ασθενείς από νοσήματα που σχετίζονται με το κάπνισμα. Είναι, επομένως, δικαιολογημένη η αναγκαιότητα ανάπτυξης υγειονομικών συστημάτων με σκοπό την αναγνώριση και την περίθαλψη καταθλιπτικών ατόμων που καπνίζουν, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το υψηλό επίπεδο συννοσηρότητας και τελικά να προληφθεί η πρώιμη θνησιμότητα αυτής της ομάδας ασθενών.

Είναι γνωστό ότι το κάπνισμα αποτελεί μια σημαντική τροποποιήσιμη αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας παγκοσμίως. Υπάρχουν ισχυρά ερευνητικά δεδομένα σύμφωνα με τα οποία, συγκριτικά με τον γενικό πληθυσμό, τα άτομα με κατάθλιψη διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου, αναπνευστικών νοσημάτων, καρκίνου και πρώιμης θνησιμότητας. Aυτό μπορεί να αποδοθεί εν πολλοίς σε παράγοντες όπως ο αυξημένος επιπολασμός ανθυγιεινών συμπεριφορών σε αυτόν τον πληθυσμό, και ιδιαίτερα του καπνίσματος. Σύμφωνα με έρευνες σε χώρες υψηλού εισοδήματος, παρατηρείται υψηλός επιπολασμός καπνίσματος σε άτομα με κατάθλιψη και υποστηρίζεται ότι αυτό μπορεί εν μέρει να συμβάλλει στην αυξημένη πρώιμη θνησιμότητα αυτού του πληθυσμού. Η υπάρχουσα έρευνα για τη διερεύνηση των συμπεριφορών καπνίσματος στο φάσμα της κατάθλιψης σε χώρες LMIC είναι περιορισμένη.

Στη μελέτη αυτή διερευνήθηκε η σχέση μεταξύ κατάθλιψης και καπνίσματος σε 48 χώρες LMIC. Οι συγγραφείς διεξήγαγαν μια συγχρονική μελέτη κοινότητας, στην οποία συμμετείχαν 242.952 άτομα (μέση ηλικία 38,4 [SD = 16,1] έτη, 50,8% γυναίκες) από την Παγκόσμια Έρευνα για την Υγεία. Πραγματοποιήθηκαν πολυμεταβλητές αναλύσεις για τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ κατάθλιψης (συμπεριλαμβανομένων της υποσυνδρομικής κατάθλιψης, του βραχέος καταθλιπτικού επεισοδίου και καταθλιπτικών επεισοδίων) και συμπεριφορών καπνίσματος.

Συνολικά, ο επιπολασμός του καπνίσματος κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή ήταν χαμηλότερος στην Αφρική (13,5%) και υψηλότερος στην Ασία (32,2%). Καταθλιπτικό επεισόδιο παρατηρήθηκε σε ποσοστό 6,7% του δείγματος. Συγκριτικά με άτομα χωρίς κατάθλιψη, η υποσυνδρομική κατάθλιψη, το βραχύ καταθλιπτικό επεισόδιο και τα καταθλιπτικά επεισόδια συσχετίστηκαν ισχυρά με το κάπνισμα, έχοντας αναδείξει παρόμοια μεγέθη επίδρασης (OR: 1,36-1,49). Σύμφωνα με μια μετα-ανάλυση που εκπονήθηκε σε επίπεδο χώρας, το συγκεντρωτικό ολικό OR για το κάπνισμα στην κατάθλιψη ήταν 1,42 (95% CI = 1,32-1,52, I2 = 39,7%). Επιπλέον, η κατανάλωση αλκοόλ και το άρρεν φύλο παρουσίασαν σταθερή συσχέτιση με το κάπνισμα σε όλες τις περιοχές, ενώ το κάπνισμα ήταν σταθερά λιγότερο συχνό σε άτομα που ήταν πλουσιότερα και είχαν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο.

Τα δεδομένα αυτά παρέχουν αδιάσειστα στοιχεία ότι το κάπνισμα αποτελεί μείζον ζήτημα της δημόσιας υγείας μεταξύ ατόμων που ανήκουν στο φάσμα της κατάθλιψης σε χώρες LMIC, ενώ ενδέχεται η πρώιμη θνησιμότητα σε άτομα με κατάθλιψη να μπορεί να αποδοθεί εν μέρει σε νοσήματα που σχετίζονται με το κάπνισμα.

Το εύρημα των υψηλών επιπέδων συνύπαρξης καπνίσματος και κατάθλιψης σε αυτή τη μελέτη έχει μεγάλη σημασία για τη δημόσια υγεία, δεδομένης της αυξημένης πρώιμης θνησιμότητας σε άντρες καπνιστές και άντρες με κατάθλιψη. Ενώ η διακοπή του καπνίσματος θα πρέπει να αποτελεί στόχο κάθε καπνιστή, δεδομένων των συσχετίσεων που παρατηρήθηκαν, η εστίαση σε άντρες καπνιστές με κατάθλιψη μπορεί να έχει ιδιαίτερη σημασία.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το γεγονός ότι, σύμφωνα με τους συγγραφείς, τα επίπεδα καπνίσματος σε άτομα με υποσυνδρομική κατάθλιψη ή βραχέα καταθλιπτικά επεισόδια ήταν υψηλά, με σχετικά παρόμοιο μέγεθος με εκείνα της μείζονας κατάθλιψης. Συνεπώς, σύμφωνα με αυτά τα δεδομένα, σε οποιαδήποτε παρέμβαση γίνεται προσπάθεια αντιμετώπισης των υψηλών επιπέδων καπνίσματος σε άτομα με κατάθλιψη, θα πρέπει να λαμβάνεται επίσης υπόψη ολόκληρο το φάσμα της κατάθλιψης.

Οι συγγραφείς κατέληξαν στο γεγονός ότι το φάσμα της κατάθλιψης σε χώρες LMIC σχετίζεται σταθερά με υψηλά επίπεδα συμπεριφορών καπνίσματος. Δεδομένου ότι οι περισσότεροι καπνιστές παγκοσμίως βρίσκονται σε χώρες LMIC, απαιτούνται παρεμβάσεις διακοπής του καπνίσματος μελλοντικά, που θα έχουν ως στόχο τα άτομα με κατάθλιψη.

Κάπνισμα και καταθλιψη
Δημήτρης Οικονόμου Ψυχίατρος-Ψυχοθεραπευτής

 
Τι θέλουν οι ασθενείς και περιμένουν από τη θεραπεία τους για κατάθλιψη;
 
 
Τι θέλουν οι ασθενείς και περιμένουν από τη θεραπεία τους για κατάθλιψη;
 
 
 
Πόσο ευθυγραμμισμένες είναι οι προσδοκίες θεραπείας μεταξύ κλινικών και ασθενών; Ακόμη και στην εποχή της εξατομικευμένης ιατρικής, η έρευνα μας λέει ότι οι αποφάσεις για τη θεραπεία κατάθλιψης συχνά δεν λαμβάνουν υπόψη τις ελπίδες, τις πεποιθήσεις και τις προσδοκίες του ίδιου του ασθενούς.

Ο καθηγητής Frank κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, όσον αφορά τα αποτελέσματα της θεραπείας, οι ασθενείς ήθελαν:

Ανακούφιση από συμπτώματα, όπως άγχος και αρνητική
 
 
 
 
αυτοδιάθεση
Αίσθηση ευημερίας και βελτίωση της λειτουργίας
Πρόωρη παρέμβαση, τόσο στην ασθένεια όσο και σε κάθε επεισόδιο υποτροπιάζουσας κατάθλιψης
Πρόληψη των υποτροπών.

Όσον αφορά τις αλληλεπιδράσεις τους με τους επαγγελματίες του τομέα της υγείας, οι ασθενείς θέλησαν:
Συνεργατικές και ισότιμες σχέσεις με τους γιατρούς τους
Εξέταση των ειδικών στόχων θεραπείας
Σε βάθος ενημέρωση για τη διαταραχή και για τις παρεμβάσεις που μπορεί να είναι χρήσιμες για τη θεραπεία της, έτσι ώστε οι ασθενείς να μπορούν να κάνουν ενημερωμένες θεραπευτικές επιλογές.

Ο καθηγητής Frank τόνισε επίσης:
Η σημασία του σεβασμού των συστημάτων στις πεποιθήσεις των ασθενων και της ενσωμάτωσής τους στη θεραπεία τους .
Η σημασία του να επιτραπεί στους ασθενείς να συμμετεχουν κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων (αν και στο πλαίσιο ενός σφιχτού προγράμματος κλινικών).

Αντιμετώπιση μεμονωμένων αναγκών ασθενών
Τα συμπεράσματα αυτά υποστηρίχθηκαν από τον καθηγητή David Castle (Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης, Αυστραλία), ο οποίος συνέχισε να συζητά με κάποιες στρατηγικές θεραπείας που θα βοηθούσαν στην κάλυψη των αναγκών θεραπείας των ασθενών.Ένα μέγεθος δεν ταιριάζει σε όλα, τόνισε, επειδή οι άνθρωποι έχουν σύνολα μεμονωμένων συμπτωμάτων και θα έχουν διαφορετικά επίπεδα ανεκτικότητας σε διάφορες παρενέργειες. Επομένως, οι αλγοριθμικές προσεγγίσεις στη θεραπεία είναι περιορισμένες και οι γιατροί πρέπει να εξατομικεύουν τις επιλογές θεραπείας των ασθενών. Επιπρόσθετα, πρόσφατα στοιχεία έδειξαν ότι οι ψυχογενετικές εξετάσεις μπορεί σήμερα να έχουν λίγη συνεισφορά στη φροντίδα των ασθενών κατά την κατάθλιψη . Αντιθέτως, οι γιατροί πρέπει να βασίζονται σε προσεκτική επιλογή φαρμάκων και παρακολούθησης των θεραπειων αλλα και των ανεπιθύμητων ενεργειών τους και να καθοδηγούνται από τους ασθενείς στις επιλογές θεραπείας τους.

Σύμφωνα με το Prof Castle, οι καθοριστικοί παράγοντες της αντικαταθλιπτικής επιλογής περιλαμβάνουν:
Προηγούμενη ανταπόκριση του ασθενούς ή / και άλλων μελών της οικογένειας
Αποτελεσματικότητα του αντικαταθλιπτικού σε σχέση με συγκεκριμένα συμπτώματα που προκαλούν ανησυχία στον ασθενή
Ειδική ανεκτικότητα του φαρμάκου στον συγκεκριμένο ασθενή

Κοινή λήψη αποφάσεων
Οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή ή άλλη θεραπεία θα είναι αποτελεσματική μόνο εάν ο ασθενής τη λαμβάνει τακτικά . Οι γιατροί θα πρέπει να συνεργάζονται με τους ασθενείς για να καλύψουν τις ανάγκες και τις προσδοκίες τους για θεραπεία και να αντιμετωπίσουν τις ανησυχίες τους , ώστε ο ασθενής να είναι πιο πιθανό να έχει συμμόρφωση στην αγωγη .Ο Prof Castle υποστήριξε λοιπόν την από κοινού λήψη αποφάσεων για την αντικαταθλιπτική θεραπεία: παρουσιάστε τις επιλογές, κατανοήστε τι αναμένει και θέλει ο ασθενής, στη συνέχεια βοηθήστε τον ασθενή να αποφασίσει με βάση αυτό.

Επιμέλεια άρθρου: Δημήτρης Οικονόμου Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής
Βιβλιογραφικές πηγές: Zubenko GS et al. JAMA Psychiatry 2018
 
 
 
Συμμόρφωση στη φαρμακευτική αγωγή ασθενών με σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές
 
 
Συμμόρφωση στη φαρμακευτική αγωγή ασθενών με σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές
 
 
 
Συμμόρφωση στη φαρμακευτική αγωγή ασθενών με σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές : ευρήματα από την αρχική αξιολόγηση μιας τυχαιοποιημένης ελεγχόμενης δοκιμής (Tecla)

Η μη συμμόρφωση στη φαρμακευτική αγωγή είναι ένα περίπλοκο πρόβλημα που επηρεάζεται από πολλές διαφορετικές παραμέτρους. Ένα σημαντικό εύρημα της μελέτης αυτής είναι ότι συγκεκριμένες παράμετροι όπως το επίπεδο λειτουργικότητας ή ο βαθμός κοινωνικής στήριξης, οι οποίοι μπορούν να επηρεαστούν
 
 
 
 
από τις παρεμβάσεις, επιδρούν στη συμμόρφωση. Τα αποτελέσματα της μελέτης μπορούν να χρησιμοποιηθούν ειδικά για την ανάπτυξη παρεμβάσεων που προάγουν τη συμμόρφωση.

Για παράδειγμα, οι γνώσεις, η κατανόηση και η υποστήριξη όσον αφορά στη φαρμακευτική αγωγή θα πρέπει επίσης να ενισχύονται στο κοινωνικό περιβάλλον του ασθενούς, στα μέλη της οικογένειάς του και στους φροντιστές του.

Η σχιζοφρένεια και η διπολική διαταραχή χαρακτηρίζονται από υψηλό φορτίο νόσου. Τα αντιψυχωσικά φάρμακα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της θεραπείας. Ωστόσο, η μη συμμόρφωση αποτελεί σημαντικό πρόβλημα. Στόχος των ερευνητών ήταν να εξετάσουν τους δυνητικούς καθοριστικούς παράγοντες της μη συμμόρφωσης σε ασθενείς με σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές.

Σε αυτή τη μελέτη χρησιμοποιήθηκαν τα δεδομένα αναφοράς της μελέτης Tecla (Post stationary telemedical care of patients with severe psychiatric disorders – Φροντίδα μέσω τηλεϊατρικής ασθενών με σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές μετά από νοσηλεία). Η συμμόρφωση στη φαρμακευτική αγωγή αξιολογήθηκε με τη γερμανική έκδοση της Κλίμακας Αναφοράς Συμμόρφωσης στη Φαρμακευτική Αγωγή (Medication Adherence Report Scale German Version – MARS-D). Πραγματοποιήθηκε ανάλυση κατά την οποία χρησιμοποιήθηκαν ως προβλεπτικοί δείκτες η ηλικία, το φύλο, η μόρφωση, η εργασιακή κατάσταση, το επίπεδο συνολικής λειτουργικότητας, η κοινωνική υποστήριξη και η λήψη τυπικών και άτυπων αντιψυχωσικών φαρμάκων.

Στην ανάλυση συμπεριλήφθηκαν 127 συμμετέχοντες (n = 73 άντρες, μέση ηλικία 42 έτη). Η μέση βαθμολογία MARS-D ήταν 23,4 (SD 2,5). Ο πιο συχνός λόγος μη συμμόρφωσης ήταν η αμέλεια του ασθενούς να λάβει το φάρμακο. Σημαντικοί θετικοί καθοριστικοί παράγοντες για τη συμμόρφωση ήταν η μεγαλύτερη ηλικία (OR 1,02, 95% CI 1,011-1,024, p < 0,0001), η ύπαρξη εργασίας (OR 2,46, 95% CI 1,893-3,206, p < 0,0001), το υψηλότερο επίπεδο συνολικής λειτουργικότητας (συνολικό μέτρο της λειτουργικής ικανότητας των ασθενών) (OR 1,02, 95% CI 1,012-1,028, p < 0,0001), η ύπαρξη κοινωνικής υποστήριξης (OR 1,02, 95% CI 1,013-1,026, p < 0,0001) και η λήψη τυπικών αντιψυχωσικών φαρμάκων (OR 2,389, 95% CI 1,796-3,178, p < 0,0001). Αρνητικός καθοριστικός παράγοντας ήταν το φύλο (θήλυ) (OR 0,73, 95% CI 0,625-0,859, p = 0,0001).

Η κλίμακα MARS-5 έχει σχεδιαστεί για την αξιολόγηση των αιτίων και των επιπολασμών της μη συμμόρφωσης και όχι για τη μέτρηση ακριβών τιμών της χρήσης φαρμάκων. Στην ομάδα των ασθενών με σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές, τόσο η κύρια ανάλυση όσο και η ανάλυση ευαισθησίας έδειξαν θετική επίδραση του επιπέδου συνολικής λειτουργικότητας, της ύπαρξης κοινωνικής υποστήριξης και της ύπαρξης εργασίας στη συμμόρφωση.

Η συμμόρφωση στη φαρμακευτική αγωγή ασθενών με σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές είναι γενικώς χαμηλή. Οι ασθενείς αυτής της μελέτης νοσηλεύθηκαν σε νοσοκομεία ή κλινικές ημερήσιας νοσηλείας και η αξιολόγηση των δεδομένων γινόταν λίγο πριν ο ασθενής λάβει εξιτήριο. Ωστόσο, το ποσοστό των μη συμμορφούμενων ασθενών ήταν σχετικά υψηλό (54%).

Στη μελέτη αυτή, δεν προέκυψαν σημαντικά ευρήματα σχετικά με το υψηλό μορφωτικό επίπεδο, αλλά διαπιστώθηκε ισχυρή επίδραση στη συμμόρφωση από την ύπαρξη εργασίας έναντι της ανεργίας ή της μειωμένης απασχόλησης. Διαπιστώθηκαν ασυνέπειες όσον αφορά προβλεπτικούς δείκτες όπως η βαρύτητα συμπτωμάτων, η κατανόηση, η θετική στάση και η κοινωνική υποστήριξη. Σύμφωνα με μια Ισραηλινή μελέτη, η συμμόρφωση είναι καλύτερη όταν υπάρχει μεγαλύτερη κοινωνική υποστήριξη.

Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης κατέδειξαν ότι οι συμμετέχοντες που λάμβαναν τυπικά αντιψυχωσικά φάρμακα είχαν πολύ καλύτερη συμμόρφωση, ενώ η λήψη άτυπων αντιψυχωσικών φαρμάκων συσχετίστηκε με χειρότερη συμμόρφωση. Το αποτέλεσμα αυτό διαφέρει από τα αποτελέσματα άλλων μελετών, όπου η συμμόρφωση ήταν καλύτερη σε ασθενείς που λάμβαναν άτυπα αντιψυχωσικά φάρμακα.

Οι συγγραφείς κατέληξαν ότι ειδικά η εργασία, η λειτουργικότητα και η κοινωνική υποστήριξη θα μπορούσαν να αποτελέσουν υποσχόμενους στόχους για τη βελτίωση της συμμόρφωσης σε ασθενείς με σχιζοφρένεια ή διπολική διαταραχή.

Δημήτρης Οικονόμου Ψυχίατρος-Ψυχοθεραπευτής